Meaning of λοιμωξιολογικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του λοιμωξιολογικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του λοιμωξιολογική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του λοιμωξιολογικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.