HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λογοκρισία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/lo.ɣo.kɾiˈsi.a/

Ορισμοί

  1. ο έλεγχος που ασκείται από κάποια εξουσία στις διάφορες εκφάνσεις του λόγου (κυρίως στα ΜΜΕ) και της τέχνης, με απώτερο στόχο την παρεμπόδιση ανταλλαγής πληροφοριών, ιδεών και απόψεων, οι οποίες είναι αντίθετες προς τις αρχές της εξουσίας
  2. η παρέμβαση που περιορίζει την πνευματική δράση κάποιου
    general
  3. το σύνολο των ανθρώπων που λογοκρίνουν, των λογοκριτών
    figuratively

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Το νέο περιστατικό λογοκρισίας και σκοταδισμού, παρόμοιο με αυτό που συνέβη μόλις πριν από μερικούς μήνες, όταν δασκάλα, δέχθηκε την επίπληξη από διευθύντριά της για τη διδασκαλία του «Κεμάλ» του Μάνου Χατζηδάκι μετά από διαμαρτυρία γονέα για ισλαμική προπαγάνδα, καταγράφηκε σε σχολική γιορτή στον Πύργο. (εφ. Ελευθεροτυπία, 27.10.2013)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λογοκρισία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course