λογοκρισία
Ορισμοί
- ο έλεγχος που ασκείται από κάποια εξουσία στις διάφορες εκφάνσεις του λόγου (κυρίως στα ΜΜΕ) και της τέχνης, με απώτερο στόχο την παρεμπόδιση ανταλλαγής πληροφοριών, ιδεών και απόψεων, οι οποίες είναι αντίθετες προς τις αρχές της εξουσίας
-
η παρέμβαση που περιορίζει την πνευματική δράση κάποιου general
-
το σύνολο των ανθρώπων που λογοκρίνουν, των λογοκριτών figuratively
Ισοδύναμα
41 more languages
Češtinacenzura
DeutschZensur
Ελληνικάδιατύπωση
Esperantocenzuro
Eestitsensuur
فارسیسانسور
Gàidhligcaisgireachd
עבריתצנזורה
Magyarcenzúra
Հայերենգրաքննություն
Italianocensura
日本語検閲
ქართულიცენზურა
한국어검열
Kurdîsansûr
Lietuviųcenzūra
Latviešucenzūra
Македонскицензура
Bahasa Melayupenapisan
Nederlandscensuur
Portuguêscensura
Slovenčinacenzúra
Slovenščinacenzura
Shqipcensurë
Svenskacensur
ไทยการเซ็นเซอร์
Українськацензура
Tiếng Việtkiểm duyệt
Παραδείγματα
“※ Το νέο περιστατικό λογοκρισίας και σκοταδισμού, παρόμοιο με αυτό που συνέβη μόλις πριν από μερικούς μήνες, όταν δασκάλα, δέχθηκε την επίπληξη από διευθύντριά της για τη διδασκαλία του «Κεμάλ» του Μάνου Χατζηδάκι μετά από διαμαρτυρία γονέα για ισλαμική προπαγάνδα, καταγράφηκε σε σχολική γιορτή στον Πύργο. (εφ. Ελευθεροτυπία, 27.10.2013)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free