Meaning of λογοκρισία | Babel Free
/lo.ɣo.kɾiˈsi.a/Ορισμοί
- ο έλεγχος που ασκείται από κάποια εξουσία στις διάφορες εκφάνσεις του λόγου (κυρίως στα ΜΜΕ) και της τέχνης, με απώτερο στόχο την παρεμπόδιση ανταλλαγής πληροφοριών, ιδεών και απόψεων, οι οποίες είναι αντίθετες προς τις αρχές της εξουσίας
-
η παρέμβαση που περιορίζει την πνευματική δράση κάποιου general
-
το σύνολο των ανθρώπων που λογοκρίνουν, των λογοκριτών figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Το νέο περιστατικό λογοκρισίας και σκοταδισμού, παρόμοιο με αυτό που συνέβη μόλις πριν από μερικούς μήνες, όταν δασκάλα, δέχθηκε την επίπληξη από διευθύντριά της για τη διδασκαλία του «Κεμάλ» του Μάνου Χατζηδάκι μετά από διαμαρτυρία γονέα για ισλαμική προπαγάνδα, καταγράφηκε σε σχολική γιορτή στον Πύργο. (εφ. Ελευθεροτυπία, 27.10.2013)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.