Meaning of λογικευτείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
- θα λογικευτείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λογικεύομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.