Meaning of λογικέψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λογικεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λογικεύω
- θα λογικέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λογικεύω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.