Meaning of λογαριασμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει λογαριαστεί, που είναι υπολογισμένος
- που έχει λύσει τις διαφορές του και τις διαφωνίες του με κάποιον
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.