HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λογάριθμος | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/loˈɣa.ɾi.θmos/

Ορισμοί

μέθοδος παρουσίασης και ορισμού ενός αριθμού όπου λογάριθμος είναι o εκθέτης ή δύναμη στην οποία πρέπει να υψωθεί ένας άλλος αριθμός που είναι η βάση μας, για να πάρουμε ως αποτέλεσμα τον ζητούμενο αριθμό

Ισοδύναμα

English Logarithm

Παραδείγματα

“Παράδειγμα: Έχουμε συγκεκριμένο αριθμό ως βάση το 10. Γυρεύουμε το 1.000. Ο λογάριθμος που χρειαζόμαστε είναι το 3: 10³ = 10x10x10 = 1.000”
“λογάριθμος ενός αριθμού b είναι η δύναμη x στην οποία πρέπει να υψωθεί ένας δεδομένος αριθμός a (που λέγεται βάση) ώστε να παραχθεί ο αριθμός b. Γράφεται: x=log_ab. Μαθηματική διατύπωση: aˣ=b⇔x=log_ab. Εξ ορισμού ισχύει: log ₐ(aˣ)=x.”
“συντομογραφία: log, (σπάνια στα ελληνικά: λογ)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λογάριθμος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course