HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λιωμένος | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχει ρευστοποιηθεί, που έχει λιώσει
  2. πολτοποιημένος
  3. καταπλακωμένος
    figuratively
  4. εξασθενισμένος, καταρρακωμένος
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Του είχε ξυπνήσει τη νοσταλγία για την εποχή που πήγαιναν οικογενειακώς στη Δροσιά για πεϊνιρλί, μαζί με τον θείο Δημήτρη, τη θεία Κατερίνα και τις ξαδέλφες του, τη Σόνια και την Τατιάνα. Πως μοσχοβολούσε το λιωμένο βούτυρο! (Χίλντα Παπαδημητρίου, Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λιωμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course