Meaning of λιποτακτήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιποτακτώ
- θα λιποτακτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λιποτακτώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.