HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λιπαντικό

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
[lipandiˈkɔ]

Ορισμοί

: υγρό ή ημίρρευστο που χρησιμοποιείται για τη λίπανση μηχανών ή μηχανισμών, όπως το γράσο ή το λάδι μηχανής

Ισοδύναμα

26 more languages

Παραδείγματα

“Χρειάζεσαι ένα καλό λιπαντικό για τον κινητήρα.”

You need a good lubricant for the engine.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λιπαντικό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free