Meaning of λιπαντικό | Babel Free
/[lipandiˈkɔ]/Ορισμοί
: υγρό ή ημίρρευστο που χρησιμοποιείται για τη λίπανση μηχανών ή μηχανισμών, όπως το γράσο ή το λάδι μηχανής
Ισοδύναμα
English
Lubricant
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.