Meaning of λινόλεουμ | Babel Free
Ορισμοί
φθηνό αδιάβροχο υλικό κατασκευασμένο από λινάτσα ή καμβά με επικάλυψη λινέλαιου ή από άλλα υλικά, που χρησιμοποιείται για επίστρωση δαπέδων, για κατασκευή έργων χαρακτικής κ.λπ.
Ισοδύναμα
English
Linoleum
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.