HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λιμενοφύλακας | Babel Free

Noun CEFR C1
/li.me.noˈfi.la.kas/

Ορισμοί

υπαξιωματικός του λιμενικού σώματος κατώτερου βαθμού

Παραδείγματα

“※ Η νεαρή λιμενοφύλακας έτρεξε στον αγώνα ανώμαλου δρόμου στο πλαίσιο του προγράμματος «Αθλητικά Μονοπάτια», το οποίο πραγματοποιήθηκε και σε άλλα νησιά υπό την αιγίδα του ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος». (*)”
“※ Τρόπους για την πρόσληψη επιπλέον λιμενοφυλάκων για την διαχείριση των αυξημένων προσφυγικών ροών αναζητά, σύμφωνα με πληροφορίες, ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λιμενοφύλακας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course