Meaning of λιθορριπή | Babel Free
Ορισμοί
- στρώμα ακατέργαστων ή κατεργασμένων λίθων που χρησιμοποιείται σε τεχνικά, υδραυλικά ή άλλα έργα για συγκράτηση των εδαφών, προστασία από κατολισθήσεις, πλημμύρες κ.ά., ως κυματοθραύστης κ.λπ.
- στρώμα ακατέργαστων ή κατεργασμένων λίθων, που έχουν μετακινηθεί / πέσει από την αρχική τους θέση και κείτονται
Παραδείγματα
“※ Από τα κατάλοιπα που εντοπίστηκαν στη νότια πλευρά του Όρμου, ξεχωρίζουν, από τα δυτικά προς τα ανατολικά, λιθορριπές (κυματοθραύστες), μόλος μήκους 40 μ. και μακρός τοίχος (μήκους 30 μ. περίπου) παράλληλος προς την ακτή, με συναπτόμενη τετράγωνη πυργοειδή (;) κατασκευή, διαστάσεων 6×6 μ. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.