Meaning of λιθογραφία | Babel Free
/li.θo.ɣraˈfi.a/Ορισμοί
- η τέχνη της αναπαραγωγής έντυπου υλικού με τη χρήση πέτρας, νερού, λιπαντικού και μελανιού
- το έργο που έχει αναπαραχθεί μέσω της λιθογραφία (1)
- σύγχρονη μορφή τυπογραφίας της οποίας η τεχνική προέρχεται από την λιθογραφία (1)
Ισοδύναμα
English
Lithography
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.