Meaning of λιγούρης | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αυτός που ορέγεται κάτι (φαγητό) έντονα
-
ο πεινάλας offensive
-
ο πάμφτωχος ή αυτός που αποζητά να εκμεταλλευτεί κάθε υποψία ευκαιρίας για οικονομικό όφελος ή κέρδος (από τρίτους ή καταστάσεις), ενίοτε με μηδαμινό ή δίχως κανένα αντάλλαγμα figuratively
-
ο στερημένος οικονομικά ή σεξουαλικά figuratively, offensive
Παραδείγματα
“μαζεύεται ο κάθε λιγούρης να δει τι θα προλάβει ν' αρπάξει απ' το ξεπούλημα”
“κοίτα τον λιγούρη πώς κοιτάει τις κοπελίτσες”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.