Meaning of λιγοστέψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιγοστεύω
- θα λιγοστέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λιγοστεύω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.