Meaning of λιγδοτάμπαρος | Babel Free
/li.ɣðoˈta.ba.ɾos/Ορισμοί
-
που φοράει ένα λιγδιασμένο ταμπάρο dated, literally
-
γλοιώδης, σιχαμερός, άπλυτος dated, figuratively, offensive
Παραδείγματα
“※ Δεξά του, στη γωνιά, αδύναμος, λιγδοτάμπαρος, φτενοκέφαλος, με τσιμπλιασμένα μάτια, με δυο χοντρές χερούκλες γεμάτες ρόζους, κάθουνταν συμμαζεμένος και ταπεινός ο δεύτερος προεστός (@books.google)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.