Meaning of λιάζονταν | Babel Free
/ˈʎa.zon.dan/Ορισμοί
γ΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παθητικού παρατατικού (λιαζόμουν) του λιάζω
Παραδείγματα
“μορφές 3ου πληθυντικού: λιάζονταν - λιαζόντουσαν”
“λαϊκά ή λαϊκότροπα ή διαλεκτικά: λιάζουνταν, λιαζόνταντε, λιαζόσαντε”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.