Meaning of λιάδα | Babel Free
/ˈʎa.ða/Ορισμοί
-
η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος πολύ μεθυσμένος ή μαστουρωμένος που δεν καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του slang
- πρώην οικισμός της Αττικής
Παραδείγματα
“προηγούμενη ονομασία Δάγλα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.