HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λεϊσμανίαση | Babel Free

Noun CEFR C1
/le.i.zmaˈni.a.si/

Ορισμοί

λοιμώδης νόσος ανθρώπων και ζώων, που οφείλεται στα πρωτόζωα ενδοκυττάρια παράσιτα του γένους λεϊσμάνια, τα οποία μεταδίδονται μέσω των σκνιπών

Ισοδύναμα

English leishmaniasis

Παραδείγματα

“※ Η μετάδοση της λεϊσμανίασης γίνεται, συνήθως, με το νύγμα μολυσμένων θηλυκών φλεβοτόμων (σκνιπών), των γενών Phlebotomus (σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική) και Lutzomyia (σε Αμερική). (* ΚΕΕΛΠΝΟ)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λεϊσμανίαση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course