Meaning of λεωφορειακός | Babel Free
/le.o.fo.ɾi.aˈkos/Ορισμοί
σχετικός με ή αναφερόμενος στα λεωφορεία
Παραδείγματα
“※ Από απόψε για πρώτη φορά, το Μετρό, το Τραμ και επιλεγμένες λεωφορειακές γραμμές θα λειτουργούν καθ’ όλο το 24ωρο, καθώς ξεκινά η πολιτική εφαρμογή της 24ωρης λειτουργίας στα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Αθήνα. (Σε 24ωρη λειτουργία από σήμερα Μετρό, Τραμ και επιλεγμένες λεωφορειακές γραμμές – Τα δρομολόγια, thriassio.gr, 05/07/2025 https://thriassio.gr/se-24ori-leitoyrgia-apo-simera-metro-tram-kai-epilegmenes-leoforeiakes-grammes-ta-dromologia/)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.