Meaning of λευκοπλάστης | Babel Free
/lef.koˈpla.stis/Ορισμοί
- είδος ταινίας που την κολλάνε στο δέρμα, για να συγκρατηθεί κάποιος επίδεσμος ή και για άλλους λόγους
-
ο λευκοπλάστης με τμήμα γάζας, το χανζαπλάστ figuratively
- είδος πλαστιδίου, μέσα στο οποίο σχηματίζονται οι αμυλόκοκκοι
Ισοδύναμα
English
band-aid
Παραδείγματα
“※ Η εμπορική επωνυμία (μάρκα, ελληνική ή ξένη) ορισμένων προϊόντων έχει γίνει κανονική ονομασία για όλα τα ομοειδή προϊόντα, ακόμα και για όσα δεν παράγονται από τον κατασκευαστή που φέρει αυτή την επωνυμία: π.χ. το αφρολέξ, το κρισκράφτ (<Chris Craft), ο λευκοπλάστης (<Leukoplast), το μπικ (<Bic) (Peter Mackridge, Η νεοελληνική γλώσσα: περιγραφική ανάλυση της νεοελληνικής κοινής, εκδ. Πατάκη, 1990)”
“άλλες μορφές: λευκοπλάστ”
“υπώνυμα: αμυλοπλάστης, ελαιοπλάστης, πρωτεϊνοπλάστης”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.