HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λευκοπλάστης | Babel Free

Noun CEFR C1
/lef.koˈpla.stis/

Ορισμοί

  1. είδος ταινίας που την κολλάνε στο δέρμα, για να συγκρατηθεί κάποιος επίδεσμος ή και για άλλους λόγους
  2. ο λευκοπλάστης με τμήμα γάζας, το χανζαπλάστ
    figuratively
  3. είδος πλαστιδίου, μέσα στο οποίο σχηματίζονται οι αμυλόκοκκοι

Ισοδύναμα

English band-aid

Παραδείγματα

“※ Η εμπορική επωνυμία (μάρκα, ελληνική ή ξένη) ορισμένων προϊόντων έχει γίνει κανονική ονομασία για όλα τα ομοειδή προϊόντα, ακόμα και για όσα δεν παράγονται από τον κατασκευαστή που φέρει αυτή την επωνυμία: π.χ. το αφρολέξ, το κρισκράφτ (<Chris Craft), ο λευκοπλάστης (<Leukoplast), το μπικ (<Bic) (Peter Mackridge, Η νεοελληνική γλώσσα: περιγραφική ανάλυση της νεοελληνικής κοινής, εκδ. Πατάκη, 1990)”
“άλλες μορφές: λευκοπλάστ”
“υπώνυμα: αμυλοπλάστης, ελαιοπλάστης, πρωτεϊνοπλάστης”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λευκοπλάστης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course