Meaning of λεπτοπρόσωπος | Babel Free
/le.ptoˈpɾo.so.pos/Ορισμοί
- άτομο που χαρακτηρίζεται από λεπτοπροσωπία
- άτομο με λεπτά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο
Παραδείγματα
“※ Λεπτοπρόσωπος, μὲ πυκνὰ καστανὰ λεπτὰ μαλλιὰ, μὲ πρόσωπο μᾶλλον καλλιτέχνου καὶ μὲ κυκλικὰ φρύδια, ἐξελίχθη κατ’ ἀρχὰς σ’ ἔνα μυστηριώδη καὶ σατανικὸ συνωμότη, ποὺ ζοῦσε ἐργαζόμενος μὲ τὸ πιστόλι στὸ χέρι, κατόπιν δὲ σὰν ἔνας ἀπὸ τοὺς πιὸ γενναίους διοικητὰς παρτιζάνους τοῦ Τίτο.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.