Meaning of λεπιδωτός | Babel Free
/le.pi.ðoˈtos/Ορισμοί
- που το σώμα του καλύπτεται με λέπια
- φυτό με σχήμα φύλλων που θυμίζει λέπια
- λεπιδωτά:
- Λεπιδωτά (Squamata): τάξη ερπετών που το σώμα του καλύπτεται με λέπια
Παραδείγματα
“υπώνυμα: Σαυρόμορφα > Οφίδια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.