Meaning of λεονταρισμός | Babel Free
/le.on.da.ɾiˈzmos/Ορισμοί
επίδειξη τόλμης για να εντυπωσιαστεί ή να φοβηθεί κάποιος
Παραδείγματα
“ο λεονταρισμός του προκαλεί θυμηδία”
“γελιέσαι αν νομίζεις ότι οι απειλές και οι λεονταρισμοί σου περνάνε σε εμάς”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.