HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λεξιπλασία | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/le.ksi.plaˈsi.a/

Ορισμοί

  1. η δημιουργία νέων λέξεων
  2. γλωσσικός τύπος που εφευρίσκεται από τον ομιλητή ή γράφοντα συνειδητά ή τυχαία σε μία μόνον συγκυρία είτε επειδή δεν θυμάται τον κανονικό τύπο, είτε επειδή ελλείπει ο ζητούμενος τύπος
  3. δημιουργία νέας λέξης, με ή χωρίς σημασία

Ισοδύναμα

English nonce word

Παραδείγματα

“η κόρη της φίλης μου κάθισε στο πιάνο και μου ζήτησε να βάλω στο αναλόγιο ένα 'διαβάσιμο' (το 'διαβάσιμο' ήταν λεξιπλασία του παιδιού, καθώς αγνοούσε τη λέξη παρτιτούρα)”
“τα παιδικά λαχνίσματα είναι γεμάτα λεξιπλασίες όπως «άκατα μάκατα σούκουτε μπε»”
“:Κατηγορία:Λέξεις χωρίς νόημα (νέα ελληνικά)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λεξιπλασία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course