Meaning of λεξιπλασία | Babel Free
/le.ksi.plaˈsi.a/Ορισμοί
- η δημιουργία νέων λέξεων
- γλωσσικός τύπος που εφευρίσκεται από τον ομιλητή ή γράφοντα συνειδητά ή τυχαία σε μία μόνον συγκυρία είτε επειδή δεν θυμάται τον κανονικό τύπο, είτε επειδή ελλείπει ο ζητούμενος τύπος
- δημιουργία νέας λέξης, με ή χωρίς σημασία
Ισοδύναμα
English
nonce word
Παραδείγματα
“η κόρη της φίλης μου κάθισε στο πιάνο και μου ζήτησε να βάλω στο αναλόγιο ένα 'διαβάσιμο' (το 'διαβάσιμο' ήταν λεξιπλασία του παιδιού, καθώς αγνοούσε τη λέξη παρτιτούρα)”
“τα παιδικά λαχνίσματα είναι γεμάτα λεξιπλασίες όπως «άκατα μάκατα σούκουτε μπε»”
“:Κατηγορία:Λέξεις χωρίς νόημα (νέα ελληνικά)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.