HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λεκτική μονάδα | Babel Free

Noun CEFR B2
/le.ktiˈci moˈna.ða/

Ορισμοί

  1. το μικρότερο σύμβολο που έχει κάποια σημασία (αγγλικά: token) στον κώδικα μιάς γλώσσας προγραμματισμού, όπως οι τελεστές, οι αριθμητικές τιμές, οι ονομασίες μεταβλητών, εντολών, κλπ.
  2. στοιχεία που απαρτίζουν μια γλώσσα, με τρόπο που να κωδικοποιούνται για ανάλυση από προγράμματα υπολογιστή, όπως τα γλωσσικά μοντέλα

Παραδείγματα

“στο ακόλουθο μικρό απόσπασμα κώδικα: print(a+b), που προσθέτει και εκτυπώνει τις μεταβλητές a και b, τα σύμβολα: print, (, a, +, b, ), είναι λεκτικές μονάδες”
“※ Τα στοιχεία μιας γλώσσας χωρίζονται σε λεκτικές μονάδες. Ο χωρισμός σε λεκτικές μονάδες συχνά δεν είναι προκαθορισμένος. Τυπικές λεκτικές μονάδες που ορίζονται είναι: Οι δεσμευμένες λέξεις (reserved words), τα ονόματα (identifiers), οι σταθερές (constants), οι τελεστές (operators), οι διαχωριστές (delimiters) (Διομήδης Σπινέλλης, Λεκτικές μονάδες, https://www2.dmst.aueb.gr/dds/comp/lexical/token.htm, CC-SA-BY-3.0)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λεκτική μονάδα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course