Meaning of λειτουργός | Babel Free
Ορισμοί
- ο επαγγελματίας, αυτός που επιτελεί ένα δημόσιο λειτούργημα (δηλαδή: επάγγελμα), που προσφέρει επαγγελματικά ένα έργο μεγάλης αξίας για το κοινωνικό σύνολο
-
αυτός που έχει αυτονομία κατά την άσκηση του δημόσιου λειτουργήματός του, πχ ο δικαστικός ή ο πανεπιστημιακός δάσκαλος especially
- ο ιερέας
Ισοδύναμα
English
Functionary
Παραδείγματα
“ο λειτουργός του Ύψιστου/των Ύψιστων”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.