Meaning of λαϊκιστικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του λαϊκιστικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του λαϊκίστικος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του λαϊκιστική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του λαϊκίστικος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του λαϊκιστικό genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λαϊκίστικος genitive, neuter, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.