Meaning of λαϊκίζοντα | Babel Free
/la.iˈci.zon.da/Ορισμοί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του λαϊκίζων
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του λαϊκίζων
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.