Meaning of λαχανιασμένος | Babel Free
/la.xa.ɲaˈzme.nos/Ορισμοί
- που έχει λαχανιάσει
- που έχει γίνει στα γρήγορα, υπό την επήρεια του πανικού
Ισοδύναμα
English
out of breath
Παραδείγματα
“ήρθε στη συνεδρίαση λαχανιασμένος”
“βιαστικές, λαχανιασμένες πράξεις”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.