HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Λαυρεωτικά | Babel Free

Noun CEFR B2
/la.vɾe.o.tiˈka/

Ορισμοί

η υπόθεση της εκμετάλλευσης των μεταλλείων Λαυρίου την περίοδο 1869-1875 που οδήγησε σε οικονομική καταστροφή χιλιάδες μετόχους και θεωρείται το πρώτο χρηματιστηριακό σκάνδαλο στην ελληνική ιστορία

Παραδείγματα

“Η τηλεοπτική σειρά «Η μεγάλη απεργία - Τα Λαυρεωτικά» προβλήθηκε στην ΕΡΤ το 1982”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Λαυρεωτικά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course