HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λαοκρατικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που χαρακτηρίζεται από το ότι την εξουσία την έχει ο λαός, σχετικός με τη λαοκρατία
  2. επιθετικός προσδιορισμός που αποτελεί μέρος της επίσημης ονομασίας σοσιαλιστικών κρατών

Παραδείγματα

“Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λαοκρατικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course