Meaning of λαοκρατικός | Babel Free
Ορισμοί
- που χαρακτηρίζεται από το ότι την εξουσία την έχει ο λαός, σχετικός με τη λαοκρατία
- επιθετικός προσδιορισμός που αποτελεί μέρος της επίσημης ονομασίας σοσιαλιστικών κρατών
Παραδείγματα
“Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.