Meaning of λανολίνη | Babel Free
/la.noˈli.ni/Ορισμοί
κηρώδης ουσία που εκκρίνεται από τους σμηγματογόνους αδένες των ζώων με μαλλί (π.χ. πρόβατα) και χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική
Ισοδύναμα
English
lanolin
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.