Meaning of λανδγράβος | Babel Free
Ορισμοί
γερμανικός τίτλος ευγενείας της γαιοκτημονικής αριστοκρατίας, για τοπικούς άρχοντες, κύριους μιας περιοχής ή επαρχίας, ανώτερος του κόμη
Ισοδύναμα
English
landgrave
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.