HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λαμπικάρω | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. καθαρίζω κάτι, το κάνω διαυγές
  2. γίνομαι καθαρός, διαυγής
  3. διευκρινίζω

Παραδείγματα

“※ Δεν κάπνιζε αλλά συμπτωματικά χτες το βράδυ αγόρασε ένα πακέτο, γιατί είχε ακουστά ότι το τσιγάρο σε ηρεμεί και σου λαμπικάρει το μυαλό. (Αντώνης Σουρούνης (1983) Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου [διήγημα])”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λαμπικάρω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course