Meaning of λαμβδακισμός | Babel Free
Ορισμοί
λαμβδακισμός και λαμδακισμός ιατρική πάθηση, εξαιτίας της οποίας παρατηρείται δυσκολία ή αδυναμία στην προφορά του φθόγγου λάμ(β)δα.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.