Meaning of λαλίστατος | Babel Free
Ορισμοί
πάρα πολύ ομιλητικός
Παραδείγματα
“※ Μεγαλώνοντας έγινε κούκλα. Όσοι τη γνώρισαν είχαν να το λένε. Ήταν ψηλή, κομψή, γοητευτική, τολμηρή, λαλίστατη, με πάλλευκο δέρμα, μαύρα μαλλιά, μελωδική φωνή, μάτια που έλαμπαν από ζωή και βλέμμα που σκότωνε. (Λένα Διβάνη, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδ. Πατάκης, 2020)”
“※ «Θα σου πω», συνέχισε η Έρικα. Η οποία σήμερα, ήταν ασυνήθιστα λαλίστατη. (Γιώργος Ντόβας, Δίδυμοι Πειρασμοί, 2020)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.