Meaning of λακάω | Babel Free
/laˈka.o/Ορισμοί
φεύγω τρέχοντας, το βάζω στα πόδια, συνώνυμο του λακίζω
Παραδείγματα
“※ ετίναξεν εμπρός το κεφάλι του κι ελάκησε πέρα, τρανολαλώντας με την μεταλλική φωνή του”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.