Meaning of λαθρεπιβίβαση | Babel Free
Ορισμοί
παράνομη επιβίβαση σε μέσα μαζικής μεταφοράς χωρίς καταβολή χρημάτων
formal, neologism
Παραδείγματα
“※ Πράγματι, η λαθρεπιβίβαση / εισιτηριοδιαφυγή αποτελεί "μάστιγα" για τις αστικές συγκοινωνίες της Αθήνας, επιφέροντας τεράστια απώλεια εσόδων, κυρίως στα λεωφορεία. Το μέγεθος της λαθρεπιβίβασης είναι δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς, αλλά είναι εκτεταμένο στα λεωφορεία, αντίθετα πιο περιορισμένο στο μετρό, λόγω του κλειστού συστήματος.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.