HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λαθρέμπορος | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/la.ˈθɾem.bo.ɾos/

Ορισμοί

που διεξάγει λαθρεμπόριο (παράνομο εμπόριο), που εισάγει προϊόντα σε μια χώρα λαθραία

Ισοδύναμα

English Smuggler

Παραδείγματα

“※ Αμέσως μου 'πιασε κουβέντα πως ήταν αρωματοποιός και πως είχε κάνει συνθέσεις δικές του, αλλ' ότι το μεγάλο εμπόριο αρωμάτων τον κατέστρεψε κι έτσι τον έπιασαν για λαθρέμπορο οινοπνεύματος. (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, 1986, σελ. 129)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λαθρέμπορος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course