Meaning of λαγόγηρος | Babel Free
/laˈɣo.ʝi.ros/Ορισμοί
μικρό, εδαφόβιο θηλαστικό (Spermophilus citellus) που ζει σε αποικίες σε πεδινά λιβαδικά ή αγροτικά εδάφη, σκάβει βαθιές στοές, κινείται όρθιο και τρέφεται με σπόρους, βλαστούς, φύλλα και μικρά ασπόνδυλα
Παραδείγματα
“※ Γκουγκλίζοντας «λαγόγηρος» βρίσκουμε λιγοστά ευρήματα, μετρημένα στα δάχτυλα. Αν όμως γκουγκλίσουμε τη γραφή «λαγόγυρος», βρίσκουμε εκατοντάδες ανευρέσεις. Δεν είναι παράδοξο. Καθώς η λέξη «λαγόγηρος» έχει χάσει την ετυμολογική της διαφάνεια (αν την είχε ποτέ), όποιος ακούει «laγoγiros» γράφει «λαγόγυρος», γιατί πάει το μυαλό του στον γύρο και όχι στον γέρο. (06.08.2025)”
“※ Οικογένεια λαγόγυρων είχε βρει καταφύγιο σε έκταση του ΑΠΘ μέχρι που κυνηγήθηκε μέχρι τέλους από μια αδέσποτη θηλυκή γάτα. (www.in.gr, 29.07.2025)”
“※ Η χοχυλίνα, ο λαγόγυρος και τα υπόλοιπα 11.498 είδη της ελληνικής βιοποικιλότητας που συμπεριελήφθησαν σε μια από τις μεγαλύτερες σχετικές βάσεις δεδομένων παγκοσμίως. (www.kathimerini.gr, 22.05.2024)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.