Meaning of λαγουδέρα | Babel Free
Ορισμοί
-
ραβδί με το οποίο κυνηγούσαν άλλοτε τους λαγούς dated
- μεταλλικό ή ξύλινο στέλεχος του πηδαλίου μιας βάρκας
Παραδείγματα
“※ Ο γέρος έβαλε τη λαγουδέρα ανάμεσα στις γάμπες του, άναψε το τσιγάρο του, και είπε: Είναι η ρεστία. Σαν πέσει ο αέρας δε γαληνεύει αμέσως η θάλασσα. Μένει κάμποσο ακόμα ταραγμένη. Χωρίς να το δείχνει στο μάτι (Τα νέα γράμματα, τόμ. 2, 1936, σελ. 284)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.