Meaning of λαγουδάκι | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Λαγουδάκις accusative, genitive, singular, vocative
- ένας μικρής ηλικίας λαγός
Ισοδύναμα
English
leveret
Παραδείγματα
“πασχαλινό λαγουδάκι (Easter bunny)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.