Meaning of Λαγκαδιανός | Babel Free
/laŋ.ɡa.ði̯aˈnos/Ορισμοί
-
αυτός που κατάγεται από οικισμό με το όνομα Λαγκαδάς ή Λαγκάδι ή Λαγκάδια ή Λαγκαδιά ή κατοικεί εκεί demonym
- ανδρικό επώνυμο
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.