Meaning of λαγγεύω | Babel Free
/laŋˈɟe.vo/Ορισμοί
- καίω, καταστρέφω
- αποχαυνώνομαι από ερωτική επιθυμία
Παραδείγματα
“Γιατί είν' ο Μάρτης δίβουλος, ο μήνας που γελάει και που θυμώνει. Και φτονερός, τον κήπο τρόμαξε! Και λάγγεψε κάθε άνθισμά του και τ' απόκοψε. Κάθε χυμό τον πισωγύρισε, μες στο ταξίδι του. (Γιάννης Βλαχογιάννης, Λόγοι και αντίλογοι, 1925)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.