HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κύλινδρος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
ˈci.lin.ðɾos

Ορισμοί

  1. στερεό γεωμετρικό σώμα που αποτελείται από μια κυρτή επιφάνεια σε σχήμα σωλήνα και δύο ίσα και παράλληλα μεταξύ τους κυκλικά ή ελλειψοειδή επίπεδα που τέμνουν την κυρτή επιφάνεια
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. οποιοδήποτε τμήμα μηχανής με σχήμα κυλίνδρου, μέσα στο οποίο ένα έμβολο εκτελεί παλινδρομική κίνηση.
  4. χειρόγραφο από πάπυρο τυλιγμένο γύρω από ένα κυλινδρικό ξύλο
  5. μικρό σωματίδιο που βρίσκεται στα ούρα

Ισοδύναμα

15 more languages

Παραδείγματα

“※ Ἔλασμα λεπτόν ἐκ ξύλου ὀξείας συνήθως, πλάτους ἕως 0,10 τοῦ μέτρου κάμπτεται εἰς κύλινδρον μέ περίμετρον ἕως 0,40 μ. Αὐτό εἶναι ὁ κόθρος. Εἰς τό ἕν ἄνοιγμα τοῦ κόθρου τούτου τανύεται δέρμα λεῖον διάτρητον μὲ ὀπάς, δι ̓ ὧν μόνον ἄλευρον δύναται νὰ διαπεράσῃ καὶ μικροὶ κόκκοι σίτου (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικίσεις, σκεύη και τροφαί, Λαογραφικόν Αρχείον, 1925, σελ. 93)”
“(κατ’ επέκταση) η κυρτή επιφάνεια σε σχήμα σωλήνα του προηγούμενου σώματος”
“(συνεκδοχικά) καθετί που μοιάζει με το προηγούμενο σώμα”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κύλινδρος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free