Meaning of κόλο | Babel Free
/ˈko.lo/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- πακέτο, κιβώτιο για εμπορεύματα ή για αποσκευές
Παραδείγματα
“※ Περιγραφή του κόλου μεταφοράς, η οποία περιέχει:”
“α) τον τύπο του κόλου π.χ. εξαιρούμενο, βιομηχανικού τύπου 1, 2 ή 3, τύπου Α, τύπου B(U) ή B(M), τύπου C, τον UN αριθμό, την κατηγορία του π.χ. ΛΕΥΚΟ Ι, ΚΙΤΡΙΝΟ ΙΙ ή ΚΙΤΡΙΝΟ ΙΙΙ, και τον Δείκτη Μεταφοράς (Τ.Ι.),”
“β) απεικόνιση/σχέδιο του κόλου μεταφοράς, το οποίο θα αναγράφει κατ’ ελάχιστον τις συνολικές εξωτερικές διαστάσεις, τη μάζα των κύριων συστατικών και τη μικτή μάζα της συσκευασίας”
“(Κατευθυντήριες οδηγίες για την περιγραφή των κόλων (packages) μεταφοράς ραδιενεργών υλικών και την τεκμηρίωση της απόδειξης συμμόρφωσης του σχεδιασμού τους (Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, Ιαν. 2020 https://eeae.gr/files/KO/KA-EEAE-KO-012020-01.pdf)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.