Meaning of κωπηλατήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κωπηλατώ
- θα κωπηλατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κωπηλατώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.