Meaning of κυριεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κυριεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κυριεύω
- θα κυριεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κυριεύω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.