Meaning of κυνηγιάρικου | Babel Free
Ορισμοί
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του κυνηγιάρικος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους (κυνηγιάρικο) του κυνηγιάρικος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους (κυνηγιάρικο) του κυνηγιάρης
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.